Μέχρι πρόσφατα, ο Vladimir Putin αντιστεκόταν στις πιέσεις για εντονότερη στρατιωτική δράση - Τώρα, όμως, φαίνεται ότι οι φωνές που ζητούν κλιμάκωση με ΗΠΑ - Ευρώπη στην Ουκρανία αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή
Η προειδοποίηση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Sergey Lavrov προς τις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να απομακρύνουν τους διπλωμάτες και τους πολίτες τους από το Κίεβο πριν η Ρωσία εξαπολύσει «συστηματικά πλήγματα» αποτελεί μια από τις πιο σοβαρές ενδείξεις ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται σε νέα, πολύ πιο επικίνδυνη φάση.
Δεν πρόκειται για μια απλή ρητορική κλιμάκωση.
Πρόκειται για προειδοποίηση στρατηγικού χαρακτήρα, με αποδέκτες όχι μόνο την Ουκρανία, αλλά κυρίως την Ουάσιγκτον, το ΝΑΤΟ και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που εδώ και χρόνια λειτουργούν ως πολιτικοί, στρατιωτικοί και επιχειρησιακοί υποστηρικτές του Κιέβου.
Η ουσία του μηνύματος Lavrov είναι σαφής: η Μόσχα θεωρεί πλέον ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν βρίσκονται απλώς στο παρασκήνιο της σύγκρουσης, αλλά έχουν μετατραπεί σε άμεσους συντελεστές της ουκρανικής πολεμικής μηχανής.
Η παρουσία Αμερικανών και Ευρωπαίων αξιωματούχων, συμβούλων, στρατιωτικών ειδικών και στελεχών πληροφοριών στην ουκρανική πρωτεύουσα δεν αντιμετωπίζεται πια από τη Ρωσία ως διπλωματική κανονικότητα αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατιωτικής υποδομής που συμβάλλει στη στοχοποίηση ρωσικών εδαφών με πυραύλους και drones.

Η Δύση δεν πρέπει να αγνοήσει το τελεσίγραφο Lavrov – Η …κανονικότητα των Oreshnik
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η προειδοποίηση για αποχώρηση διπλωματών και πολιτών πριν από τα ρωσικά πλήγματα δεν είναι ένδειξη επιθετικής απερισκεψίας, όπως επιχειρεί να την παρουσιάσει η Δύση.
Αντίθετα, μπορεί να διαβαστεί ως η τελευταία προσπάθεια της Μόσχας να αποφευχθεί η άμεση θανάτωση δυτικών υπηκόων και κατ’ επέκταση, μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική αντιπαράθεση ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ.
Με άλλα λόγια, η Ρωσία λέει στη Δύση: γνωρίζουμε τι κάνετε, γνωρίζουμε πού βρίσκεστε, αλλά σας δίνουμε την ευκαιρία να απομακρυνθείτε πριν πληγούν οι εγκαταστάσεις που θεωρούμε νόμιμους στρατιωτικούς στόχους.
Το πιθανότερο είναι ότι η Μόσχα εξετάζει πλέον τη χρήση υπερηχητικών βαλλιστικών πυραύλων Oreshnik εναντίον υπόγειων κέντρων διοίκησης στο Κίεβο, όπου σύμφωνα με τη ρωσική αντίληψη επιχειρησιακής πραγματικότητας Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματικοί συμβάλλουν στον σχεδιασμό και την υλοποίηση πληγμάτων κατά της Ρωσίας.
Εάν αυτό ισχύει, τότε η σύγκρουση περνά από τη φάση της συμβατικής αντιπαράθεσης δι’ αντιπροσώπων σε μια φάση όπου τα όρια ανάμεσα στην Ουκρανία και στους δυτικούς υποστηρικτές της γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.
Οι τελευταίες εβδομάδες έχουν ενισχύσει αυτή την εκτίμηση.
Τα ουκρανικά πλήγματα βαθιά εντός της Ρωσίας έχουν προκαλέσει αυξημένες ζημιές, ενώ η χρήση drones και πυραύλων εναντίον ρωσικών στόχων έχει γίνει συχνότερη και πιο τολμηρή.
Παράλληλα, ένα ουκρανικό drone έπληξε κολέγιο στο Donbass, προκαλώντας τον θάνατο 21 σπουδαστών.
Για τη ρωσική κοινή γνώμη, τέτοια περιστατικά δεν αποτελούν απλώς πολεμικές απώλειες.
Λειτουργούν ως απόδειξη ότι η Ουκρανία, με τη στήριξη της Δύσης, είναι διατεθειμένη να επεκτείνει τη σύγκρουση σε στόχους που η Μόσχα θεωρεί πολιτικά και κοινωνικά ευαίσθητους.
Η ρωσική απάντηση με μαζικά πλήγματα κατά της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης Oreshnik, δείχνει ότι η υπομονή της Μόσχας εξαντλείται.
Μέχρι σήμερα, η Ρωσία απέφευγε σε μεγάλο βαθμό να στοχοποιήσει τα κύρια ουκρανικά κέντρα διοίκησης στο Κίεβο.

Επικίνδυνη ουκρανική στροφή προκαλεί τη ρωσική οργή
Αυτό είναι αξιοσημείωτο, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ότι οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν επανειλημμένα στοχοποιήσει ρωσικά κέντρα διοίκησης.
Την Τρίτη (26/5/2026), το ουκρανικό Γενικό Επιτελείο ισχυρίστηκε ότι κατέστρεψε σημαντικό ρωσικό κέντρο διοίκησης και ελέγχου στο Lugansk με βρετανικούς πυραύλους Storm Shadow.
Η αποτελεσματική χρήση αυτών των πυραύλων, που η Ουκρανία εκτοξεύει εδώ και δύο χρόνια, θεωρείται ότι απαιτεί αμερικανικά δεδομένα στοχοποίησης.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η δυτική αφήγηση αρχίζει να καταρρέει.
Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη επιμένουν ότι δεν βρίσκονται σε πόλεμο με τη Ρωσία.
Ωστόσο, εάν παρέχουν προηγμένα όπλα, δεδομένα στόχευσης, πληροφορίες, στρατιωτική εκπαίδευση και επιχειρησιακή καθοδήγηση, τότε το επιχείρημα περί «μη εμπλοκής» γίνεται όλο και λιγότερο πειστικό.
Η Δύση θέλει να απολαμβάνει τα οφέλη της συμμετοχής στον πόλεμο χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος και τους κινδύνους της άμεσης σύγκρουσης.
Αυτή η στρατηγική ασάφεια, όμως, έχει όρια.
Και η Μόσχα φαίνεται να προειδοποιεί ότι αυτά τα όρια έχουν πλέον ξεπεραστεί.
Η Ρωσία μέχρι τώρα απέφευγε να χτυπήσει τα κεντρικά ουκρανικά στρατηγεία στο Κίεβο ακριβώς επειδή υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να σκοτωθούν Αμερικανοί, Βρετανοί ή άλλοι αξιωματικοί χωρών του ΝΑΤΟ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει δραματική δυτική αντίδραση.
Από την επιστροφή του Donald Trump στην προεδρία και την έναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας, η ρωσική κυβέρνηση φέρεται να επέδειξε πρόσθετη αυτοσυγκράτηση, επιδιώκοντας να μην τον αποδυναμώσει πολιτικά και να μην υπονομεύσει τις πιθανότητες μιας συμφωνίας.

Βόμβα Rubio οδηγεί την Ουκρανία σε αφανισμό
Ωστόσο, οι δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Marco Rubio ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες έχουν ουσιαστικά παγώσει και ότι «δεν υπάρχουν τέτοιες συνομιλίες αυτή τη στιγμή» άλλαξαν τα δεδομένα.
Η Ουάσιγκτον, αντί να αναλάβει σοβαρή ευθύνη για την αποκλιμάκωση, φαίνεται να μεταθέτει το βάρος στη Ρωσία και στην Ουκρανία.
Η φράση του Rubio ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να παίξουν ρόλο διαμεσολαβητή μόνο εάν υπάρξει «παραγωγική» ευκαιρία δείχνει περισσότερο αποστασιοποίηση παρά ηγεσία.
Είναι μια στάση βολική για την Ουάσιγκτον, αλλά επικίνδυνη για την Ευρώπη και καταστροφική για την Ουκρανία.
Την ίδια στιγμή, η ρωσική στρατιωτική πρόοδος στο Donbass παραμένει αργή.
Όταν ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin έθεσε ως όρο ειρήνης την αποχώρηση της Ουκρανίας από το μικρό τμήμα του Donbass που εξακολουθεί να ελέγχει, πιθανότατα εκτιμούσε ότι ο ρωσικός στρατός θα καταλάμβανε ούτως ή άλλως την περιοχή σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η μαζική χρήση drones από την ουκρανική πλευρά έχει δυσχεράνει εν μέρει την προέλαση, ενώ τα κέρδη στο πεδίο παραμένουν περιορισμένα.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Ρωσία βρίσκεται σε στρατηγική αδυναμία.
Σημαίνει ότι ο πόλεμος έχει εισέλθει σε φάση φθοράς, όπου η στρατιωτική κατάκτηση εδαφών με παραδοσιακά μέσα γίνεται εξαιρετικά ακριβή.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Μόσχα μπορεί να θεωρεί ότι η αλλαγή στρατηγικής είναι αναγκαία.
Αν η Ουκρανία μπορεί να επιβραδύνει τη ρωσική προέλαση με drones και δυτική τεχνολογία, τότε η Ρωσία μπορεί να απαντήσει πλήττοντας τα κέντρα διοίκησης, τις υποδομές στοχοποίησης και τους μηχανισμούς συντονισμού που επιτρέπουν στο Κίεβο να συνεχίζει τον πόλεμο.
Την ίδια στιγμή εντός της Ρωσίας, ενισχύονται κύκλοι που ζητούν εντονότερη στρατιωτική δράση και πιο αποφασιστική απάντηση στη Δύση.
Για αυτούς, μια εκεχειρία στη σημερινή γραμμή του μετώπου θα ισοδυναμούσε με ήττα ή τουλάχιστον με ανεπαρκή αξιοποίηση των ρωσικών θυσιών.

Σοκαριστική αλλαγή δόγματος στο Κρεμλίνο – Κερδίζουν έδαφος οι «σκληροί»
Μέχρι πρόσφατα, ο Vladimir Putin αντιστεκόταν σε αυτές τις πιέσεις.
Τώρα, όμως, φαίνεται ότι οι φωνές που ζητούν κλιμάκωση αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή.
Η προειδοποίηση Lavrov μπορεί να είναι το πρώτο δημόσιο σημάδι αυτής της αλλαγής.
Κερδίζουν έδαφος αξιωματούχοι, όπως ο Nikolai Patrushev πρώην γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας και πρώην επικεφαλής της FSB, ο αντιπρόεδρος του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας Dmitry Medvedev, o Alexander Bortnikov επικεφαλής της FSB, ο Valery Gerasimov αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ο Sergei Kiriyenko αναπληρωτής επικεφαλής της προεδρικής διοίκησης και ο Viktor Zolotov επικεφαλής της Rosgvardia, της Εθνικής Φρουράς.
Η ρωσική ηγεσία ενδέχεται να υπολογίζει ότι μια πιο επιθετική στρατηγική θα αποφέρει οφέλη ανεξαρτήτως της δυτικής αντίδρασης.
Εάν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποσύρουν συμβούλους, διπλωμάτες και προσωπικό από το Κίεβο αυτό θα αποτελέσει σημαντική πολιτική και ψυχολογική νίκη για τη Ρωσία.
Εάν, από την άλλη, η Ρωσία καταφέρει να καταστρέψει ουκρανικά κέντρα διοίκησης και να αποδυναμώσει τις δυνατότητες στοχοποίησης του Κιέβου, τότε θα έχει επιτύχει ουσιαστικό στρατιωτικό αποτέλεσμα.
Η Μόσχα μπορεί επίσης να εκτιμά ότι έχει λιγότερα να φοβηθεί από μια δυτική κλιμάκωση σε σχέση με το παρελθόν.
Οι ΗΠΑ εμφανίζονται καθηλωμένες σε πόλεμο με το Ιράν, έναν πόλεμο από τον οποίο δεν μπορούν εύκολα ούτε να εξέλθουν ούτε να κερδίσουν καθαρά.
Η αμερικανική στρατιωτική μηχανή αντιμετωπίζει σοβαρή πίεση στα αποθέματα κρίσιμων όπλων, συμπεριλαμβανομένων πυραύλων cruise και συστημάτων αεράμυνας.
Η μεταφορά μέσων προς τον Κόλπο, σε βάρος των αποθεμάτων στην Ευρώπη και στον Ειρηνικό, αποκαλύπτει τα όρια της αμερικανικής ισχύος.

Εξαντλημένες οι ΗΠΑ – Η ουσία της προειδοποίησης στην Ιαπωνία
Η προειδοποίηση του Πενταγώνου προς την Ιαπωνία για μεγάλες καθυστερήσεις, ακόμη και δύο ετών ή περισσότερο, στην παράδοση πυραύλων Tomahawk που το Τόκιο έχει ήδη πληρώσει, είναι ενδεικτική.
Η Ιαπωνία θεωρεί αυτά τα όπλα κρίσιμα για την αποτροπή έναντι της Κίνας.
Όταν, όμως, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ανταποκριθούν εγκαίρως στις δεσμεύσεις τους προς έναν τόσο σημαντικό σύμμαχο στην Ασία, τότε η πολυδιαφημισμένη «προτεραιοποίηση» της κινεζικής απειλής αποδεικνύεται περισσότερο σύνθημα παρά ρεαλιστική στρατηγική.
Στην Ευρώπη, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη.
Οι χώρες που είχαν υποσχεθεί πυρομαχικά πυροβολικού στην Ουκρανία αρχίζουν να αναστέλλουν ή να περιορίζουν τη συμμετοχή τους.
Αυτό δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο δραστικής μείωσης των προμηθειών οβίδων προς το Κίεβο.
Η ευρωπαϊκή πολιτική τάξη, που επί χρόνια μιλούσε με ύφος ηθικής ανωτερότητας για «όσο χρειαστεί» στήριξη στην Ουκρανία, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα: ούτε οι βιομηχανικές δυνατότητες επαρκούν, ούτε η κοινωνική συναίνεση είναι ανεξάντλητη, ούτε οι οικονομίες της Ευρώπης μπορούν να αντέξουν ατελείωτα την αντιρωσική γραμμή που επέβαλαν οι Βρυξέλλες και η Ουάσιγκτον.
Η σύγκρουση με το Ιράν προσφέρει επίσης στη Ρωσία πρόσθετα περιθώρια στρατηγικής πίεσης.
Εάν οι ΗΠΑ αυξήσουν τη βοήθειά τους προς την Ουκρανία, η Μόσχα θα μπορούσε να προσφέρει αντίστοιχη βοήθεια στο Ιράν στον τομέα της στόχευσης με πυραύλους και drones.
Αυτό θα αύξανε τον κίνδυνο αμερικανικών απωλειών στη Μέση Ανατολή.

Ο Trump θα πρέπει να ανησυχεί
Εάν η κυβέρνηση Trump δεν ανησυχεί για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα έπρεπε να ανησυχεί.
Η Δύση, και ειδικά η Ευρώπη, έχει εγκλωβιστεί σε μια στρατηγική χωρίς καθαρή έξοδο.
Ενθάρρυνε την Ουκρανία να συνεχίσει τον πόλεμο, υποσχέθηκε στήριξη που δεν μπορεί να διατηρήσει επ’ αόριστον, επέβαλε κυρώσεις που γύρισαν σε μεγάλο βαθμό μπούμερανγκ στις ευρωπαϊκές οικονομίες και αρνήθηκε να αναγνωρίσει ότι η Ρωσία δεν είναι μια περιφερειακή δύναμη που μπορεί να εξαντληθεί με επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Η Μόσχα, παρά τις δυσκολίες, εξακολουθεί να διαθέτει στρατηγικό βάθος, βιομηχανική προσαρμοστικότητα, ενεργειακούς πόρους και πυρηνική αποτροπή.
Το να αγνοούνται αυτοί οι παράγοντες δεν είναι πολιτική. Είναι αυταπάτη.
Η παρούσα κρίση δημιουργεί ένα τεράστιο δίλημμα για την κυβέρνηση Trump.
Εάν δεν επανενεργοποιήσει την ειρηνευτική διαδικασία, μπορεί σύντομα να βρεθεί μπροστά σε δύο εξαιρετικά δυσάρεστες επιλογές: είτε μια ταπεινωτική υποχώρηση από το Κίεβο είτε μια βαθύτερη και πολύ πιο επικίνδυνη στρατιωτική δέσμευση στην Ουκρανία, με πραγματικό κίνδυνο άμεσου πολέμου με τη Ρωσία.
Καμία από τις δύο επιλογές δεν υπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα.
Αντί να εγκαταλείψει τη διπλωματία, η Ουάσιγκτον οφείλει να επιστρέψει άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Πρέπει να πιέσει τους Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ να προσφέρουν ουσιαστικά ανταλλάγματα στη Ρωσία: χαλάρωση κυρώσεων, επανεκκίνηση ενεργειακών αγορών, σταδιακή ομαλοποίηση σχέσεων και εγγυήσεις ασφαλείας.
Η Ευρώπη, αντί να παριστάνει τον ηθικό τιμητή, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η συνέχιση του πολέμου καταστρέφει την Ουκρανία, αποδυναμώνει την ίδια και αυξάνει τον κίνδυνο η σύγκρουση να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

Τελευταία ευκαιρία για την Ευρώπη πριν η πολεμική κρίση γίνει ανεξέλεγκτη
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να βοηθήσουν ώστε η ουκρανική ηγεσία να αποδεχθεί έναν συμβιβασμό.
Αυτό δεν θα είναι εύκολο, διότι για χρόνια η Ουκρανία τροφοδοτήθηκε με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να επιτύχει πλήρη στρατιωτική νίκη κατά της Ρωσίας.
Όμως η πραγματικότητα του πολέμου είναι αμείλικτη.
Όσο περισσότερο καθυστερεί μια συμβιβαστική λύση, τόσο περισσότερα εδάφη, υποδομές και ανθρώπινες ζωές θα χαθούν.
Η κατάσταση απαιτεί επίσης σοβαρή διπλωματική διαχείριση εξηγεί σε ανάλυσή του ο Anatol Lieven διευθυντής του τμήματος Ευρασίας του Quincy Institute.
Είναι παράλογο δύο μη επαγγελματίες διπλωμάτες, όπως οι Steve Witkoff και Jared Kushner, όσο ικανοί κι αν θεωρούνται προσωπικά, να είναι επιφορτισμένοι ταυτόχρονα με δύο διαφορετικά και ζωτικής σημασίας ειρηνευτικά μέτωπα: την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Η κυβέρνηση Trump χρειάζεται άμεσα έναν έμπειρο, υψηλού επιπέδου διαπραγματευτή για την ουκρανική διαδικασία, υποστηριζόμενο από επαγγελματική ομάδα ειδικών.
Κανένα σοβαρό κράτος δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζει τόσο κρίσιμες διαπραγματεύσεις με αυτοσχεδιασμούς.
Η προειδοποίηση Lavrov δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μπλόφα.
Είναι μήνυμα ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να αλλάξει επίπεδο δράσης εάν η Δύση συνεχίσει να χρησιμοποιεί την Ουκρανία ως πολεμικό εργαλείο εναντίον της.
Η Μόσχα δείχνει ότι δεν θα επιτρέψει επ’ αόριστον την ύπαρξη δυτικών επιχειρησιακών κέντρων στο Κίεβο που συμβάλλουν σε πλήγματα κατά ρωσικών στόχων.
Και κυρίως δείχνει ότι η περίοδος κατά την οποία η Δύση μπορούσε να κλιμακώνει χωρίς κόστος ίσως τελειώνει.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ρωσία έχει τη βούληση να απαντήσει.
Το ερώτημα είναι αν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν τη σοφία να σταματήσουν πριν μετατρέψουν έναν καταστροφικό πόλεμο δι’ αντιπροσώπων σε άμεση σύγκρουση με μια πυρηνική υπερδύναμη.
Μέχρι σήμερα, η δυτική πολιτική χαρακτηρίστηκε από αλαζονεία, υποκρισία και στρατηγική τύφλωση.
Η Ρωσία, με την προειδοποίηση Lavrov, στέλνει ένα τελευταίο μήνυμα ρεαλισμού: ή επιστροφή στη διπλωματία ή είσοδος σε μια κρίση που κανείς δεν θα μπορεί πλέον να ελέγξει.
www.bankingnews.gr
Δεν πρόκειται για μια απλή ρητορική κλιμάκωση.
Πρόκειται για προειδοποίηση στρατηγικού χαρακτήρα, με αποδέκτες όχι μόνο την Ουκρανία, αλλά κυρίως την Ουάσιγκτον, το ΝΑΤΟ και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που εδώ και χρόνια λειτουργούν ως πολιτικοί, στρατιωτικοί και επιχειρησιακοί υποστηρικτές του Κιέβου.
Η ουσία του μηνύματος Lavrov είναι σαφής: η Μόσχα θεωρεί πλέον ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν βρίσκονται απλώς στο παρασκήνιο της σύγκρουσης, αλλά έχουν μετατραπεί σε άμεσους συντελεστές της ουκρανικής πολεμικής μηχανής.
Η παρουσία Αμερικανών και Ευρωπαίων αξιωματούχων, συμβούλων, στρατιωτικών ειδικών και στελεχών πληροφοριών στην ουκρανική πρωτεύουσα δεν αντιμετωπίζεται πια από τη Ρωσία ως διπλωματική κανονικότητα αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατιωτικής υποδομής που συμβάλλει στη στοχοποίηση ρωσικών εδαφών με πυραύλους και drones.

Η Δύση δεν πρέπει να αγνοήσει το τελεσίγραφο Lavrov – Η …κανονικότητα των Oreshnik
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η προειδοποίηση για αποχώρηση διπλωματών και πολιτών πριν από τα ρωσικά πλήγματα δεν είναι ένδειξη επιθετικής απερισκεψίας, όπως επιχειρεί να την παρουσιάσει η Δύση.
Αντίθετα, μπορεί να διαβαστεί ως η τελευταία προσπάθεια της Μόσχας να αποφευχθεί η άμεση θανάτωση δυτικών υπηκόων και κατ’ επέκταση, μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική αντιπαράθεση ανάμεσα στη Ρωσία και το ΝΑΤΟ.
Με άλλα λόγια, η Ρωσία λέει στη Δύση: γνωρίζουμε τι κάνετε, γνωρίζουμε πού βρίσκεστε, αλλά σας δίνουμε την ευκαιρία να απομακρυνθείτε πριν πληγούν οι εγκαταστάσεις που θεωρούμε νόμιμους στρατιωτικούς στόχους.
Το πιθανότερο είναι ότι η Μόσχα εξετάζει πλέον τη χρήση υπερηχητικών βαλλιστικών πυραύλων Oreshnik εναντίον υπόγειων κέντρων διοίκησης στο Κίεβο, όπου σύμφωνα με τη ρωσική αντίληψη επιχειρησιακής πραγματικότητας Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματικοί συμβάλλουν στον σχεδιασμό και την υλοποίηση πληγμάτων κατά της Ρωσίας.
Εάν αυτό ισχύει, τότε η σύγκρουση περνά από τη φάση της συμβατικής αντιπαράθεσης δι’ αντιπροσώπων σε μια φάση όπου τα όρια ανάμεσα στην Ουκρανία και στους δυτικούς υποστηρικτές της γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.
Οι τελευταίες εβδομάδες έχουν ενισχύσει αυτή την εκτίμηση.
Τα ουκρανικά πλήγματα βαθιά εντός της Ρωσίας έχουν προκαλέσει αυξημένες ζημιές, ενώ η χρήση drones και πυραύλων εναντίον ρωσικών στόχων έχει γίνει συχνότερη και πιο τολμηρή.
Παράλληλα, ένα ουκρανικό drone έπληξε κολέγιο στο Donbass, προκαλώντας τον θάνατο 21 σπουδαστών.
Για τη ρωσική κοινή γνώμη, τέτοια περιστατικά δεν αποτελούν απλώς πολεμικές απώλειες.
Λειτουργούν ως απόδειξη ότι η Ουκρανία, με τη στήριξη της Δύσης, είναι διατεθειμένη να επεκτείνει τη σύγκρουση σε στόχους που η Μόσχα θεωρεί πολιτικά και κοινωνικά ευαίσθητους.
Η ρωσική απάντηση με μαζικά πλήγματα κατά της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης Oreshnik, δείχνει ότι η υπομονή της Μόσχας εξαντλείται.
Μέχρι σήμερα, η Ρωσία απέφευγε σε μεγάλο βαθμό να στοχοποιήσει τα κύρια ουκρανικά κέντρα διοίκησης στο Κίεβο.

Επικίνδυνη ουκρανική στροφή προκαλεί τη ρωσική οργή
Αυτό είναι αξιοσημείωτο, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ότι οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν επανειλημμένα στοχοποιήσει ρωσικά κέντρα διοίκησης.
Την Τρίτη (26/5/2026), το ουκρανικό Γενικό Επιτελείο ισχυρίστηκε ότι κατέστρεψε σημαντικό ρωσικό κέντρο διοίκησης και ελέγχου στο Lugansk με βρετανικούς πυραύλους Storm Shadow.
Η αποτελεσματική χρήση αυτών των πυραύλων, που η Ουκρανία εκτοξεύει εδώ και δύο χρόνια, θεωρείται ότι απαιτεί αμερικανικά δεδομένα στοχοποίησης.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η δυτική αφήγηση αρχίζει να καταρρέει.
Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη επιμένουν ότι δεν βρίσκονται σε πόλεμο με τη Ρωσία.
Ωστόσο, εάν παρέχουν προηγμένα όπλα, δεδομένα στόχευσης, πληροφορίες, στρατιωτική εκπαίδευση και επιχειρησιακή καθοδήγηση, τότε το επιχείρημα περί «μη εμπλοκής» γίνεται όλο και λιγότερο πειστικό.
Η Δύση θέλει να απολαμβάνει τα οφέλη της συμμετοχής στον πόλεμο χωρίς να αναλαμβάνει το κόστος και τους κινδύνους της άμεσης σύγκρουσης.
Αυτή η στρατηγική ασάφεια, όμως, έχει όρια.
Και η Μόσχα φαίνεται να προειδοποιεί ότι αυτά τα όρια έχουν πλέον ξεπεραστεί.
Η Ρωσία μέχρι τώρα απέφευγε να χτυπήσει τα κεντρικά ουκρανικά στρατηγεία στο Κίεβο ακριβώς επειδή υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να σκοτωθούν Αμερικανοί, Βρετανοί ή άλλοι αξιωματικοί χωρών του ΝΑΤΟ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει δραματική δυτική αντίδραση.
Από την επιστροφή του Donald Trump στην προεδρία και την έναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας, η ρωσική κυβέρνηση φέρεται να επέδειξε πρόσθετη αυτοσυγκράτηση, επιδιώκοντας να μην τον αποδυναμώσει πολιτικά και να μην υπονομεύσει τις πιθανότητες μιας συμφωνίας.
Βόμβα Rubio οδηγεί την Ουκρανία σε αφανισμό
Ωστόσο, οι δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Marco Rubio ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες έχουν ουσιαστικά παγώσει και ότι «δεν υπάρχουν τέτοιες συνομιλίες αυτή τη στιγμή» άλλαξαν τα δεδομένα.
Η Ουάσιγκτον, αντί να αναλάβει σοβαρή ευθύνη για την αποκλιμάκωση, φαίνεται να μεταθέτει το βάρος στη Ρωσία και στην Ουκρανία.
Η φράση του Rubio ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να παίξουν ρόλο διαμεσολαβητή μόνο εάν υπάρξει «παραγωγική» ευκαιρία δείχνει περισσότερο αποστασιοποίηση παρά ηγεσία.
Είναι μια στάση βολική για την Ουάσιγκτον, αλλά επικίνδυνη για την Ευρώπη και καταστροφική για την Ουκρανία.
Την ίδια στιγμή, η ρωσική στρατιωτική πρόοδος στο Donbass παραμένει αργή.
Όταν ο Ρώσος πρόεδρος Vladimir Putin έθεσε ως όρο ειρήνης την αποχώρηση της Ουκρανίας από το μικρό τμήμα του Donbass που εξακολουθεί να ελέγχει, πιθανότατα εκτιμούσε ότι ο ρωσικός στρατός θα καταλάμβανε ούτως ή άλλως την περιοχή σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η μαζική χρήση drones από την ουκρανική πλευρά έχει δυσχεράνει εν μέρει την προέλαση, ενώ τα κέρδη στο πεδίο παραμένουν περιορισμένα.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Ρωσία βρίσκεται σε στρατηγική αδυναμία.
Σημαίνει ότι ο πόλεμος έχει εισέλθει σε φάση φθοράς, όπου η στρατιωτική κατάκτηση εδαφών με παραδοσιακά μέσα γίνεται εξαιρετικά ακριβή.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Μόσχα μπορεί να θεωρεί ότι η αλλαγή στρατηγικής είναι αναγκαία.
Αν η Ουκρανία μπορεί να επιβραδύνει τη ρωσική προέλαση με drones και δυτική τεχνολογία, τότε η Ρωσία μπορεί να απαντήσει πλήττοντας τα κέντρα διοίκησης, τις υποδομές στοχοποίησης και τους μηχανισμούς συντονισμού που επιτρέπουν στο Κίεβο να συνεχίζει τον πόλεμο.
Την ίδια στιγμή εντός της Ρωσίας, ενισχύονται κύκλοι που ζητούν εντονότερη στρατιωτική δράση και πιο αποφασιστική απάντηση στη Δύση.
Για αυτούς, μια εκεχειρία στη σημερινή γραμμή του μετώπου θα ισοδυναμούσε με ήττα ή τουλάχιστον με ανεπαρκή αξιοποίηση των ρωσικών θυσιών.

Σοκαριστική αλλαγή δόγματος στο Κρεμλίνο – Κερδίζουν έδαφος οι «σκληροί»
Μέχρι πρόσφατα, ο Vladimir Putin αντιστεκόταν σε αυτές τις πιέσεις.
Τώρα, όμως, φαίνεται ότι οι φωνές που ζητούν κλιμάκωση αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή.
Η προειδοποίηση Lavrov μπορεί να είναι το πρώτο δημόσιο σημάδι αυτής της αλλαγής.
Κερδίζουν έδαφος αξιωματούχοι, όπως ο Nikolai Patrushev πρώην γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας και πρώην επικεφαλής της FSB, ο αντιπρόεδρος του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας Dmitry Medvedev, o Alexander Bortnikov επικεφαλής της FSB, ο Valery Gerasimov αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ο Sergei Kiriyenko αναπληρωτής επικεφαλής της προεδρικής διοίκησης και ο Viktor Zolotov επικεφαλής της Rosgvardia, της Εθνικής Φρουράς.
Η ρωσική ηγεσία ενδέχεται να υπολογίζει ότι μια πιο επιθετική στρατηγική θα αποφέρει οφέλη ανεξαρτήτως της δυτικής αντίδρασης.
Εάν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποσύρουν συμβούλους, διπλωμάτες και προσωπικό από το Κίεβο αυτό θα αποτελέσει σημαντική πολιτική και ψυχολογική νίκη για τη Ρωσία.
Εάν, από την άλλη, η Ρωσία καταφέρει να καταστρέψει ουκρανικά κέντρα διοίκησης και να αποδυναμώσει τις δυνατότητες στοχοποίησης του Κιέβου, τότε θα έχει επιτύχει ουσιαστικό στρατιωτικό αποτέλεσμα.
Η Μόσχα μπορεί επίσης να εκτιμά ότι έχει λιγότερα να φοβηθεί από μια δυτική κλιμάκωση σε σχέση με το παρελθόν.
Οι ΗΠΑ εμφανίζονται καθηλωμένες σε πόλεμο με το Ιράν, έναν πόλεμο από τον οποίο δεν μπορούν εύκολα ούτε να εξέλθουν ούτε να κερδίσουν καθαρά.
Η αμερικανική στρατιωτική μηχανή αντιμετωπίζει σοβαρή πίεση στα αποθέματα κρίσιμων όπλων, συμπεριλαμβανομένων πυραύλων cruise και συστημάτων αεράμυνας.
Η μεταφορά μέσων προς τον Κόλπο, σε βάρος των αποθεμάτων στην Ευρώπη και στον Ειρηνικό, αποκαλύπτει τα όρια της αμερικανικής ισχύος.

Εξαντλημένες οι ΗΠΑ – Η ουσία της προειδοποίησης στην Ιαπωνία
Η προειδοποίηση του Πενταγώνου προς την Ιαπωνία για μεγάλες καθυστερήσεις, ακόμη και δύο ετών ή περισσότερο, στην παράδοση πυραύλων Tomahawk που το Τόκιο έχει ήδη πληρώσει, είναι ενδεικτική.
Η Ιαπωνία θεωρεί αυτά τα όπλα κρίσιμα για την αποτροπή έναντι της Κίνας.
Όταν, όμως, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ανταποκριθούν εγκαίρως στις δεσμεύσεις τους προς έναν τόσο σημαντικό σύμμαχο στην Ασία, τότε η πολυδιαφημισμένη «προτεραιοποίηση» της κινεζικής απειλής αποδεικνύεται περισσότερο σύνθημα παρά ρεαλιστική στρατηγική.
Στην Ευρώπη, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη.
Οι χώρες που είχαν υποσχεθεί πυρομαχικά πυροβολικού στην Ουκρανία αρχίζουν να αναστέλλουν ή να περιορίζουν τη συμμετοχή τους.
Αυτό δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο δραστικής μείωσης των προμηθειών οβίδων προς το Κίεβο.
Η ευρωπαϊκή πολιτική τάξη, που επί χρόνια μιλούσε με ύφος ηθικής ανωτερότητας για «όσο χρειαστεί» στήριξη στην Ουκρανία, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα: ούτε οι βιομηχανικές δυνατότητες επαρκούν, ούτε η κοινωνική συναίνεση είναι ανεξάντλητη, ούτε οι οικονομίες της Ευρώπης μπορούν να αντέξουν ατελείωτα την αντιρωσική γραμμή που επέβαλαν οι Βρυξέλλες και η Ουάσιγκτον.
Η σύγκρουση με το Ιράν προσφέρει επίσης στη Ρωσία πρόσθετα περιθώρια στρατηγικής πίεσης.
Εάν οι ΗΠΑ αυξήσουν τη βοήθειά τους προς την Ουκρανία, η Μόσχα θα μπορούσε να προσφέρει αντίστοιχη βοήθεια στο Ιράν στον τομέα της στόχευσης με πυραύλους και drones.
Αυτό θα αύξανε τον κίνδυνο αμερικανικών απωλειών στη Μέση Ανατολή.

Ο Trump θα πρέπει να ανησυχεί
Εάν η κυβέρνηση Trump δεν ανησυχεί για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα έπρεπε να ανησυχεί.
Η Δύση, και ειδικά η Ευρώπη, έχει εγκλωβιστεί σε μια στρατηγική χωρίς καθαρή έξοδο.
Ενθάρρυνε την Ουκρανία να συνεχίσει τον πόλεμο, υποσχέθηκε στήριξη που δεν μπορεί να διατηρήσει επ’ αόριστον, επέβαλε κυρώσεις που γύρισαν σε μεγάλο βαθμό μπούμερανγκ στις ευρωπαϊκές οικονομίες και αρνήθηκε να αναγνωρίσει ότι η Ρωσία δεν είναι μια περιφερειακή δύναμη που μπορεί να εξαντληθεί με επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Η Μόσχα, παρά τις δυσκολίες, εξακολουθεί να διαθέτει στρατηγικό βάθος, βιομηχανική προσαρμοστικότητα, ενεργειακούς πόρους και πυρηνική αποτροπή.
Το να αγνοούνται αυτοί οι παράγοντες δεν είναι πολιτική. Είναι αυταπάτη.
Η παρούσα κρίση δημιουργεί ένα τεράστιο δίλημμα για την κυβέρνηση Trump.
Εάν δεν επανενεργοποιήσει την ειρηνευτική διαδικασία, μπορεί σύντομα να βρεθεί μπροστά σε δύο εξαιρετικά δυσάρεστες επιλογές: είτε μια ταπεινωτική υποχώρηση από το Κίεβο είτε μια βαθύτερη και πολύ πιο επικίνδυνη στρατιωτική δέσμευση στην Ουκρανία, με πραγματικό κίνδυνο άμεσου πολέμου με τη Ρωσία.
Καμία από τις δύο επιλογές δεν υπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα.
Αντί να εγκαταλείψει τη διπλωματία, η Ουάσιγκτον οφείλει να επιστρέψει άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Πρέπει να πιέσει τους Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ να προσφέρουν ουσιαστικά ανταλλάγματα στη Ρωσία: χαλάρωση κυρώσεων, επανεκκίνηση ενεργειακών αγορών, σταδιακή ομαλοποίηση σχέσεων και εγγυήσεις ασφαλείας.
Η Ευρώπη, αντί να παριστάνει τον ηθικό τιμητή, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η συνέχιση του πολέμου καταστρέφει την Ουκρανία, αποδυναμώνει την ίδια και αυξάνει τον κίνδυνο η σύγκρουση να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

Τελευταία ευκαιρία για την Ευρώπη πριν η πολεμική κρίση γίνει ανεξέλεγκτη
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να βοηθήσουν ώστε η ουκρανική ηγεσία να αποδεχθεί έναν συμβιβασμό.
Αυτό δεν θα είναι εύκολο, διότι για χρόνια η Ουκρανία τροφοδοτήθηκε με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να επιτύχει πλήρη στρατιωτική νίκη κατά της Ρωσίας.
Όμως η πραγματικότητα του πολέμου είναι αμείλικτη.
Όσο περισσότερο καθυστερεί μια συμβιβαστική λύση, τόσο περισσότερα εδάφη, υποδομές και ανθρώπινες ζωές θα χαθούν.
Η κατάσταση απαιτεί επίσης σοβαρή διπλωματική διαχείριση εξηγεί σε ανάλυσή του ο Anatol Lieven διευθυντής του τμήματος Ευρασίας του Quincy Institute.
Είναι παράλογο δύο μη επαγγελματίες διπλωμάτες, όπως οι Steve Witkoff και Jared Kushner, όσο ικανοί κι αν θεωρούνται προσωπικά, να είναι επιφορτισμένοι ταυτόχρονα με δύο διαφορετικά και ζωτικής σημασίας ειρηνευτικά μέτωπα: την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Η κυβέρνηση Trump χρειάζεται άμεσα έναν έμπειρο, υψηλού επιπέδου διαπραγματευτή για την ουκρανική διαδικασία, υποστηριζόμενο από επαγγελματική ομάδα ειδικών.
Κανένα σοβαρό κράτος δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζει τόσο κρίσιμες διαπραγματεύσεις με αυτοσχεδιασμούς.
Η προειδοποίηση Lavrov δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μπλόφα.
Είναι μήνυμα ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να αλλάξει επίπεδο δράσης εάν η Δύση συνεχίσει να χρησιμοποιεί την Ουκρανία ως πολεμικό εργαλείο εναντίον της.
Η Μόσχα δείχνει ότι δεν θα επιτρέψει επ’ αόριστον την ύπαρξη δυτικών επιχειρησιακών κέντρων στο Κίεβο που συμβάλλουν σε πλήγματα κατά ρωσικών στόχων.
Και κυρίως δείχνει ότι η περίοδος κατά την οποία η Δύση μπορούσε να κλιμακώνει χωρίς κόστος ίσως τελειώνει.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ρωσία έχει τη βούληση να απαντήσει.
Το ερώτημα είναι αν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν τη σοφία να σταματήσουν πριν μετατρέψουν έναν καταστροφικό πόλεμο δι’ αντιπροσώπων σε άμεση σύγκρουση με μια πυρηνική υπερδύναμη.
Μέχρι σήμερα, η δυτική πολιτική χαρακτηρίστηκε από αλαζονεία, υποκρισία και στρατηγική τύφλωση.
Η Ρωσία, με την προειδοποίηση Lavrov, στέλνει ένα τελευταίο μήνυμα ρεαλισμού: ή επιστροφή στη διπλωματία ή είσοδος σε μια κρίση που κανείς δεν θα μπορεί πλέον να ελέγξει.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών